Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Κινηματογραφική Γεωγραφία

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 8:00μμ, Πάρνηθος 21
ΒΛΕΠΟΥΜΕ, ΣΥΖΗΤΑΜΕ, ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ  από και για το ΣΙΝΕΜΑ
3ος ΧΡΟΝΟΣ

Συνάντηση 6η

Θέμα
Αίγυπτος – Ισραήλ: «Και μαζί και μόνοι…» (Γιουσέφ Σαχίν, Μαρουάν Χαμέντ -  Άρι Φόλμαν, Σάμιουελ Μάοζ).
Με ταινίες από την ταραγμένη Αίγυπτο και το ενδιαφέρον Ισραήλ θα ασχοληθούμε στην 6η συνάντηση της Κινηματογραφικής Γεωγραφίας.
Οι Ισραηλινοί κινηματογραφιστές αποτυπώνουν με προσωπικές ματιές σε μια δυναμική χώρα και μια κοινωνία σε διαρκή εξέλιξη και αναδεικνύουν, έμμεσα, την πολιτισμική, κοινωνική και πολιτική πολυμορφία τους. Παρά την παγκόσμια κατακραυγή που προκαλεί η πολιτική του Ισραήλ, ή ίσως εξαιτίας της, η σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή του έχει παγκόσμια απήχηση.
Οι πρώτες κινηματογραφικές εικόνες που αποτυπώνονται στη Γη του Ισραήλ αποτελούν τεκμηρίωση ιστορικών στιγμών και της νέας σιωνιστικής πραγματικότητας. Πρώτος κινηματογραφιστής μπορεί να θεωρηθεί ο Γιακόβ Μπεν-Ντοβ που ήρθε από τη Ρωσία και κατέγραψε την είσοδο του στρατηγού Άλενμπι στην Ιερουσαλήμ, τον Δεκέμβριο του 1917 καθώς και καθημερινές σκηνές στους αγροτικούς οικισμούς.  Ιδρυτές, όμως, του ισραηλινού σινεμά  είναι ο Νατάν Άξελροντ, ο οποίος ίδρυσε το 1927 την εταιρεία Moledet (Πατρίδα), και ο  πολυτάλαντος Μπαρούκ Αγκαντάτι που ίδρυσε με τον αδελφό του την Aga Films (1929). Γυρίστηκαν  16 ταινίες μέχρι την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καμία κατά τη διάρκειά του και μόλις μία μετά τη λήξη του και πριν την ανακήρυξη του Κράτους του Ισραήλ. Οι πρώτες ταινίες που γυρίζονται αμέσως μετά έχουν ως θέμα τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τον ηρωισμό όσων συμμετείχαν σε αυτόν. Ελάχιστες ταινίες παράγονται μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50, πριν ιδρυθούν τα στούντιο παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών στη Χερτσελία. Το 1954 ψηφίζεται νόμος για τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής και την επόμενη χρονιά κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσας μια ταινία-ορόσημο, Ο «Λόφος 24 δεν Απαντά» (1955), του Βρετανού Θόρολντ Ντίκινσον. Γυρισμένη στα αγγλικά, ήταν η πρώτη ισραηλινή συμμετοχή σε διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου –συγκεκριμένα στις Κάννες. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 1960, η θεματολογία παραμένει βασικά η ίδια, όπως στα «Στύλος Φωτιάς» του Λάρι Φρις (1959) και «Ήταν Δέκα» του Μπαρούκ Ντινέρ (1961). Καθώς η ισραηλινή κοινωνία αλλάζει οι σκηνοθέτες ασχολούνται με θέματα όπως η ένταξη των μεταναστών από τις αραβικές χώρες. Ο ηρωικός τόνος εγκαταλείπεται και οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Εβραίων από την Ευρώπη και Εβραίων από τις αραβικές χώρες παρουσιάζονται κυρίως σε κωμωδίες παρεξηγήσεων. Η ταινία «Μια Τρύπα στο Φεγγάρι» (1965) του Ούρι Ζοχάρ σηματοδοτεί το κίνημα της Νέας Ευαισθησίας που εμπνέεται από τα ευρωπαϊκά ρεύματα, συγκεκριμένα  από τη γαλλική νουβέλ βαγκ και τον ιταλικό νεορεαλισμό. Κατά  τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970  η κινηματογραφική θεματολογία διευρύνεται. Το εθνικό και το κοινωνικό αφήνει χώρο και για πανανθρώπινες προσωπικές ιστορίες και υπαρξιακά αδιέξοδα.


Η κινηματογραφική παραγωγή της δεκαετίας 1970 περιλαμβάνει δύο διεθνείς εμπορικές επιτυχίες: «Επιχείρηση Έντεμπε» (1977) του Μενάχεμ Γκολάν και «Γρανίτα από Λεμόνι» (1978) του Μπόαζ Ντέιβιντσον. Ένα παράδοξο αυτής της περιόδου είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με άλλες χώρες, η εξάπλωση της τηλεόρασης δεν προκαλεί μείωση των εισιτηρίων του κινηματογράφου. Η δεκαετία του 1980 όμως θα δει σχετική κάμψη της ισραηλινής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Οι κρατικές επιχορηγήσεις μειώνονται, συνέπεια μιας νέας πολιτικής στήριξης του κινηματογράφου που ευνοεί το ποιοτικό σενάριο, το ίδιο και ο αριθμός των εισιτηρίων. Λίγες ταινίες ξεχωρίζουν, αναμεσά τους το «Καλοκαίρι της Αβία» (1988) του Έλι Κοέν. Τα επόμενα χρόνια η αλλαγή της κρατικής πολιτικής φέρνει σταδιακά καρπούς. Τα προσωπικά θέματα κυριαρχούν, ενώ οι αντιήρωες και το περιθώριο εμφανίζονται στο προσκήνιο. Είναι η εποχή που ανατέλλει το άστρο του σκηνοθέτη Αμός Γκιτάι, με τις ταινίες του «Kadosh» (1999),  και «Κιπούρ» (2000)
Τον 21ο  αιώνα, ο ισραηλινός κινηματογράφος καταξιώνεται διεθνώς. Οι πόροι αυξάνονται, το κοινό επανακάμπτει στις αίθουσες και οι διεθνείς διακρίσεις πολλαπλασιάζονται. Αυτό συμβαίνει ίσως επειδή η θεματολογία των πιο δημοφιλών ταινιών αμφισβητεί ευθέως την παραδοσιακή μεσοαστική ισραηλινή αφήγηση και αφορά όλο και περισσότερους θεατές. Η ηθοποιός και σκηνοθέτης Ράντι Ελκαμπέτζ («Ένας Καθυστερημένος Γάμος» [2001], «Να Νυμφευθείς» [2004], «Πένθος» [2008], «Διαζύγιο: Η Δίκη της Βιβιάν Αμσαλέμ» [2014]) καθιερώνεται ως σταρ στην Ευρώπη.  Θίγονται θέματα όπως αυτό της ομοφυλοφιλίας στον στρατό στο «Yossi & Jagger» του Έιταν Φοξ (2002) και της καταδίωξης των εγκληματιών ναζί στο «Περπατώντας στο Νερό» (2004). Ο Ζοζέφ Σεντάρ έχει δύο ταινίες υποψήφιες για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας: την αντιπολεμική «Μποφόρ» (2007)   και το «Γράψε Λάθος» (2011) που ασχολείται με την ανταγωνιστική σχέση πατέρα-γιου. Δύο σημαντικές αντιπολεμικές ταινίες αυτής της περιόδου είναι η πολυβραβευμένη αυτοβιογραφική κινουμένων σχεδίων «Βαλς με τον Μπασίρ» (2008) του Άρι Φόλμαν και «Λίβανος» (2009) του Σάμουελ Μάοζ, μια ταινία που διαδραματίζεται σε ένα τανκ και η οποία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας. Οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος παρουσιάζονται με ευαισθησία, με τη ματιά ενός εφήβου στην ταινία «Ο Προξενητής» (2010) του Άβι Νέσερ, ενώ η μαύρη κωμωδία «Αποχαιρετιστήριο Πάρτι» (2014) των Ταλ Γκράνιτ και Σάρον Μεϊμόν καταπιάνεται με το θέμα της ευθανασίας. Το αριστοτεχνικό «Foxtrot» (2017) του Σάμουελ Μάοζ,  προκάλεσε θύελλα συζητήσεων, μια απόδειξη για το πόσο ζωντανός και αυθεντικός είναι ο ισραηλινός κινηματογράφος. Σήμερα η κινηματογραφική παραγωγή του Ισραήλ είναι περισσότερο πολυσχιδής παρά ποτέ και αποτελεί τον καθρέφτη μιας κοινωνίας που ξέρει να κοιτάζει τον εαυτό της με ταλέντο, αλλά και με ειλικρίνεια.
Μεγάλο καλλιτεχνικό, αλλά και κοινωνικό-πολιτικό ενδιαφέρον για κάθε σινεφίλ παρουσιάζουν οι κινηματογραφίες χωρών που έζησαν πριν μερικά χρόνια τις εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης. Εδώ ξεχωρίζει η Αίγυπτος με ταινίες όπως το βραβευμένο στην Βενετία «Πες μου Scheherazade» του Γιόσρι Νας Αλάχ που μιλά για τα δικαιώματα των γυναικών στη χώρα και το «678» του Μοχάμεντ Ντιάμπ που ασχολείται το φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης στο συντηρητικό αιγυπτιακό περιβάλλον.  Μία από τις πλέον αξιόλογες μορφές του αραβικού κινηματογράφου και ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες παγκοσμίως, υπήρξε ο Γιουσέφ Σαχίν που τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του στο Φεστιβάλ των Καννών το 1997. Από  τα πρώτα του βήματα το 1950- αγωνίστηκε με τόλμη κατά του αυταρχισμού και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Στα έργα του  καταπιάστηκε με θέματα σεξουαλικής ηθικής προκλητικό ζήτημα για την εποχή του- και κατά τη διάρκεια της καριέρας του προκάλεσε την μήνι τόσο των θρησκευτικών όσο και των πολιτικών αρχών της Αιγύπτου. Το 1994 το φιλμ «Ο Μετανάστης» απαγορεύτηκε από το δικαστήριο, ενώ η  τελευταία του ταινία, «Αυτό είναι χάος», δεν ολοκληρώθηκε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Το 2002 ο Μαρουάν Χαμέντ γύρισε την  ταινία «Το μέγαρο Γιακουμπιάν» ένα σχόλιο για την   Αίγυπτο και την πρόσφατη και ταραγμένη ιστορία της. Μέσα από τις εικόνες και την τεράστια πινακοθήκη των χαρακτήρων της, διαγράφονται μ' ένα έντονο δραματικό τρόπο όλες οι μεταμορφώσεις και οι κοινωνικές αλλαγές της χώρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: