Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Ελληνική Οικογένεια

Μια σύγχρονη Οδύσσεια;

Μερικά συμπεράσματα από τις Βραβευμένες μικρού μήκους ταινίες του 14ου Φεστιβάλ Δράμας που προβλήθηκαν στο ΤΥΠΕΤ με πρωτοβουλία του Cine Δράση

Τα τελευταία χρόνια γράφονται και λέγονται πολλά για το ελληνικό σινεμά. Μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης και αυτή η συζήτηση είναι βιαστική, αποσπασματική, προκατειλημμένη. Οι σινεφίλ χωρίζονται σε στρατόπεδα και με το ίδιο πάθος και ένταση που χαρακτηρίζει οπαδούς ποδοσφαιρικών ομάδων ή πολιτικών κομμάτων «συζητούν» σύμφωνα με την ελληνική πρακτική χωρίς να ακούει ο ένας τον άλλον.  Οι οπαδοί του Λάνθιμου μάχονται εναντίον των αρνητών του και το αντίστροφο, οι θαυμαστές του weird wave κύματος στο ελληνικό σινεμά εναντίον των φίλων του παραδοσιακού, οι οπαδοί μιας μεγαλύτερης οικονομικής βοήθειας από την πολιτεία εναντίον των οπαδών της αυτοχρηματοδότησης. Όλοι μαζί, όμως, περισσότερο εκτονώνονται παρά καταλήγουν σε ιδέες και προτάσεις  επί της ουσίας για το σημερινό ελληνικό σινεμά και το τι οι ίδιοι θέλουν από αυτό.
Μέσα σε αυτό το κλίμα το Cine Δράση επιμένει δημιουργικά. Επί δύο ημέρες Παρασκευή και Σάββατο 22 και 23 Νοεμβρίου έφερε στα Βριλήσσια τις βραβευμένες ταινίες του Φεστιβάλ που έγινε στη Δράμα από τις 15-22 Σεπτεμβρίου 2019.  Στη διάρκεια του αφιερώματος προβλήθηκαν  14 ταινίες μικρού μήκους από τις καλύτερες δημιουργίες που προτείνει σήμερα το ελληνικό και εν μέρει το ευρωπαϊκό σινεμά μικρού μήκους. Οι νεαροί σκηνοθέτες Άννα Αντωνοπούλου, Ανδρέας Βακαλιός, Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος,  Κωστής Αλεβίζος,  Γεωργία Σωτήρχου, η φωτογράφος Φίλη Ολσιέφκσι, και ο ηθοποιός Βασίλης Κουτσογιάννης  ήρθαν στην πόλη μας και συζήτησαν μαζί μας για την τέχνη τους, τα όνειρα και τις δυσκολίες που συναντούν στην μακρά πορεία να κάνουν μια ιδέα,  μια σκέψη  ή ένα βιβλίο  ταινία και στη συνέχεια να βρουν το δρόμο για το κοινό τους.
Και εμείς επίμονοι κινηματογραφόφιλοι που χρόνια παρακολουθούμε από μακριά και από κοντά το Φεστιβάλ Δράμας είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ταινίες και την ευχαρίστηση να γνωρίσουμε στο πρόσωπο των αυτοπροσώπως συντελεστές της ελληνικής 7ης τέχνης και να συζητήσουμε μαζί τους κοινές μας ανησυχίες για το μέλλον του κινηματογράφου στην Ελλάδα. Η συζήτηση και πολύ περισσότερο οι ταινίες μας οδήγησαν σε ορισμένες διαπιστώσεις που πολύ θα θέλαμε να μοιραστούμε με όλους όσοι δεν κατάφεραν να είναι μαζί μας στο διήμερο.
Οι φετινές «μικρές» (διάρκειας από 6 έως 29 λεπτά) ταινίες που διακρίθηκαν στη Δράμα και προβλήθηκαν στο ΤΥΠΕΤ είναι στην πλειονότητα τους ανεξάρτητες παραγωγές. Κάποιες έχουν  χρηματοδοτηθεί, με ασήμαντα είναι αλήθεια ποσά, από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, την ΕΡΤ, την Cosmote και το Onassis Culture. Η χαμηλή οικονομική δυνατότητα καθόλου δεν επηρέασε την ποιότητα των φιλμ. Αντίθετα όλα όσα είδαμε διακρίνονταν από τεχνική αρτιότητα. Οι ερμηνείες, ο σχεδιασμός του ήχου, η επιλογή της μουσικής, το μοντάζ, τα σκηνικά, η φωτογραφία ήταν υψηλού επιπέδου,  απόλυτα εναρμονισμένα με το περιεχόμενο και στις περισσότερες περιπτώσεις αναδείκνυαν το θέμα. Είναι πολύ αισιόδοξο να διαπιστώνει κάποιος   ότι οι ελληνικές ταινίες μικρού μήκους είναι εξαιρετικές και οι συντελεστές τους βρίσκονται σε πολύ καλό δρόμο.  Αν η πολιτεία αρνείται ή είναι ανεπαρκής στην υποστήριξη των νεαρών δημιουργών,  σε βοήθεια τους προστρέχουν  καταξιωμένοι δημοφιλείς  ηθοποιοί όπως οι Γιώργος Πυρπασόπουλος,   Ρομάνα Λόμπατς, Γιώργος Αρμένης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Μαρία Κεχαγιόγλου,  Σίσσυ Τουμάση (για να αναφέρουμε μόνον μερικούς),  που εμφανίζονται στις ταινίες, οι περισσότεροι  μάλιστα αφιλοκερδώς. 
Η ανεργία, η φτώχια, η επαγγελματική κατάρρευση, τα διαψευσμένα όνειρα των νέων στην Ελλάδα της κρίσης, το  προσφυγικό, ο πόλεμος και οι συνέπειες τους ιδίως στα παιδιά, συνεχίζουν να εμπνέουν τους μικρομηκάδες σε ταινίες όπως το βραβευμένο με το Χρυσό Διόνυσο  «Index» του Νικόλα Κολοβού ή το «W» του Στέλιου Κουπετώρη. Η ανθρώπινη επικοινωνία, η αναζήτηση ταυτότητας, η σεξουαλική αφύπνιση, ο έρωτας- ομοφυλοφιλικός και ετεροφυλοφιλικός παραμένουν στην πρώτη γραμμή της θεματολογίας. ΄σε φιλμ όπως το ποιητικό «Η Απόσταση ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς» του Βασίλη Κεκάτου που λίγες μέρες μετά θα κέρδιζε στις Νύχτες Πρεμιέρας, λίγους μήνες νωρίτερα είχε κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και στη Δράμα απέσπασε το Βραβείο σκηνοθεσίας και Βραβεία για τις ερμηνείες   των δύο εξαιρετικών ηθοποιών Ιώκο- Ιωάννη Κοτίδη και Νικολάκη Ζεγκίνογλου. Αν εξαιρέσουμε φιλμ όπως Ο Καραγκιόζης του Μιχάλη Γιγιντή, Ο Μάγκας του Αλέξανδρου Κακανιάρη και εν μέρει η Κλεονίκη  της Άννας Αντωνοπούλου, στις οποίες μπορείς να βρεις κάποιες δόσεις σάτιρας και ειρωνείας, οι κωμωδίες μπορούν να κριθούν ως είδος υπό εξαφάνιση.
Εκτός από τα παραπάνω θεματικά εκείνο που φαίνεται να κυριαρχεί στις αγωνίες των σκηνοθετών είναι η ελληνική οικογένεια. Οι ταινίες «Καρτ Ποστάλ από το Τέλος του Κόσμου» του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου, «Chopper» του Γιώργου Καψανάκη, «To Βάρος της  Θάλασσας» του Κωστή Αλεβίζου,  «Καραγκιόζης», «Κλεονίκη», «Στο Δωμάτιο» της Γεωργίας Σωτήρχου,  «Μίλα» του Ανδρέα Βακαλιού  είναι μόνον μερικές στις οποίες οι συντελεστές τους εκφράζουν καλλιτεχνικά τις ανησυχίες τους για την ελληνική οικογένεια ως πρόβλημα και λύση, κοινό πυρήνα γύρω από τον οποίο περιστράφηκε και περιστρέφεται η ελληνική κρίση. Η διαχείριση της απώλειας, της ασθένειας, των γηρατειών, οι σχέσεις μάνας-γιού και κόρης-πατέρα ήταν αφορμές για τους νεαρούς δημιουργούς να ξεδιπλώσουν τις απόψεις τους αφενός για την παθογένεια της ελληνικής οικογένειας (και κατ΄ επέκταση της κοινωνίας) και αφετέρου  να την αναδείξουν ως χώρο αναπάντεχης στήριξης ή αναδιάταξης.
Προφανώς αυτή η πληθώρα παραγωγών δεν μπορεί να θεωρηθεί απλά ως μίμηση παρόμοιων που είδαμε στην μεγάλη οθόνη όπως ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, η «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα, το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη, το «Attenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, η «Χώρα Προέλευσης» του Σύλλα Τζουμέρκα. Ταινίες που  δίνουν έμφαση στις αυταρχικές οικογενειακές δομές διηγούνται τις πιο περίεργες ιστορίες για την οικογένεια, ιστορίες που παλιότερα  γνωρίζαμε ότι υπάρχουν, δεν τις συζητούσαμε αλλά τις κρύβαμε κάτω από το χαλί. Προφανώς πρόκειται για μια γενικότερη ανάγκη που συνδέεται με τις συνέπειες της κρίσης  και αφορά την αδιέξοδη οικογένεια, τόπο τραύματος, και φορέα βίας. Ως ψήγμα όμως εμφανίζεται (πχ στην Κλεονίκη) και μια καινούρια τάση όπου η ελληνική οικογένεια γίνεται αντιληπτή και βιώνεται ως  δυνατότητα να δημιουργηθούν άλλου τύπου οικογενειακές σχέσεις. Η κρίση άλλωστε μας υποχρεώνει, όχι μόνον για οικονομικούς λόγους, να  «επιστρέφουμε» κυριολεκτικά και μεταφορικά στην οικογένεια. Η κριτική αυτή στην «αγία ελληνική οικογένεια» ήταν τελικά και μια κριτική στην ίδια την κοινωνία που, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων, δείχνει να ασπάζεται   διαχρονικά το τρίπτυχο «Πατρίς - Θρησκεία – Οικογένεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: