"Οι Κυριακές στην πόλη Αβραί".

Τετάρτη 2 Αυγούστου στις 21:00 μ.μ. "Οι Κυριακές στην πόλη Αβραί" (Serge Bourguignon), 1962, Γαλλία:  Ένα φιλμ υπέροχο, αξέχαστο, ευαίσθητο και πρωτοποριακό, με συναίσθημα, ουμανιστικό αντιπολεμικό περιεχόμενο, θαυμάσιους ρόλους και αντικείμενό του τα καυτά, διαχρονικά και επίκαιρα στις ημέρες μας θέματα της ταυτότητας, της «διαφορετικότητας», των σχέσεων εξουσίας.
Κέρδισε Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (είχε απέναντί του την «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη) και προτάθηκε για το Όσκαρ καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου και μουσικής για τον Maurice Jarre. Από το Cine - Δράση στο πάρκο Μίκης Θεοδωράκης.
Δείτε το trailer εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=L2WPI41JY3g
Τετάρτη 2 Αυγούστου, 9:00μμ, στο Β΄ Γυμνάσιο Βριλησσίων (Ταϋγέτου και Ξάνθης) από το Cine-Δράση
«Οι Κυριακές στην πόλη Αβραί» (Les dimanches de Ville d'Avray/ Sundays and Cybele)

Γαλλία, 1962. Διάρκεια: 106΄. Σενάριο: Serge Bourguignon, Antoine Tudal, βασισμένο στο βιβλίο του Bernard Eschassériaux. Σκηνοθεσία: Serge Bourguignon. Πρωταγωνιστούν: Hardy Kruger, Patricia Gozzi, Nicole Courcel, Daniel Ivernel, Malka Ribowska Michel Re, Anne-Marie Coffinet. Μουσική : Maurice Jarre. Φωτογραφία: Henri Decae.
D΄ LUTECE
Στη Βιλλ ντ’ Αβρέ, χωρίς χαρά, τις Κυριακές
σε αχλή γαλάζια οι λίμνες αργοπλένε
ενώ στις όχθες γέρικες ιτιές
με τα μαλλιά λυμένα σιγοκλαίνε.
Στο βάθος τα παπιά φτεροκοπούν
και πράσινους καθρέφτες αυλακώνουν,
οι καλαμιές σαν να συνωμοτούν
τις φούντες κεφαλές τους ανταμώνουν.
Ζευγάρια ηλικιωμένων ταιριαστά
ο ένας τον άλλον μ’ εγκαρτέρηση στηρίζουν
στα μονοπάτια περιφέρονται και στα
ρηχά νερά την όψη τους γνωρίζουν.
Γονείς συννεφιασμένους ακολουθούν
φρόνιμα, τόσο φρόνιμα παιδάκια.
Δεν παίζουνε, δεν τρέχουν, δε γελούν
μόνο ήσυχα ρεμβάζουν στα παγκάκια.
Κι εγώ μοιάζω πνιγμένος στα νερά,
των δέντρων οι κορφές φαρμάκι στάζουν,
νεράιδες με φιλούν θανατερά
και νούφαρα το σώμα μου σκεπάζουν.
Τις Κυριακές στη Βιλλ ντ’ Αβρέ μελαγχολώ
-η ευτυχία, λένε, θέλει κάποιο ρίσκο–
όλα που τρέξαν στη ζωή μου αναπολώ
κι όμως εξήγηση για τίποτε δε βρίσκω.
Σπύρος Τζουβέλης, από τη ποιητική συλλογή «Ομοιοκαταληξίες», εκδ. Ιωλκός, 2005. Ποίημα εμπνευσμένο από την ταινία του Serge Bourguignon, «Les Dimanches de Ville d’Avray». (Lutece: Το αρχαίο όνομα του Παρισιού),
Ένα αγαπημένο φιλμ, υπέροχο, αξέχαστο, ευαίσθητο και πρωτοποριακό, με συναίσθημα, ουμανιστικό αντιπολεμικό περιεχόμενο, θαυμάσιους ρόλους και αντικείμενό του τα καυτά, διαχρονικά και επίκαιρα στις ημέρες μας θέματα της ταυτότητας, της «διαφορετικότητας», των σχέσεων εξουσίας. Το φιλμ κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (είχε απέναντί του την «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη) και προτάθηκε για το Όσκαρ καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου και μουσικής για τον Maurice Jarre .
Το σενάριο είναι απλό. Στα τέλη δεκαετίας του ΄50, στο προάστιο του Παρισιού Βιλ ντ' Αβραί ζει ο Πιέρ, πιλότος του γαλλικού στρατού στον Πόλεμο της Ινδοκίνας. Απόμαχος πλέον παλεύει με τις ενοχές του. Δεν θυμάται, αλλά έχει την αόριστη αίσθηση ότι ένα τρομερό γεγονός συνέβη στη διάρκεια του φρικτού αυτού πολέμου, αίσθηση που τον γεμίζει αφόρητη θλίψη. Η αλήθεια είναι ότι η ζωή του ανατράπηκε στην διάρκεια μιας αναχαίτισης, όταν το αεροπλάνο του προσγειώθηκε ανώμαλα και σκότωσε ένα μικρό κορίτσι. Έκτοτε η μνήμη και οι επιθυμίες του μπλοκάρονται και συμπεριφέρεται νοητικά και συναισθηματικά σαν μικρό παιδί. Στο γαλλικό νοσοκομείο που μεταφέρεται ο τραυματισμένος νεαρός άνδρας, μετά την κατάρριψη, γνωρίζει τη νοσοκόμα Μαντλέν η οποία, τον ερωτεύεται και του παρέχει στέγη και φροντίδα για να αποκατασταθεί η υγεία του. Αυτός που δεν τον γεμίζει αυτή η σχέση, σπαταλά την καθημερινότητά του με έναν τοπικό καλλιτέχνη, περιπλανάται αναζητώντας ενδείξεις για την ταυτότητά του και προσπαθώντας να μην παραλύει από τους χρόνιους ιλίγγους που τον ταλαιπωρούν.
Μια μέρα, περιμένοντας την Μαντλέν στον σταθμό των τρένων, παρακολουθώντας τους συρμούς να πηγαινοέρχονται, βλέπει έναν πατέρα να εγκαταλείπει την δωδεκάχρονη κόρη του σε ένα γειτονικό οικοτροφείο που διοικείται από καθολικές καλόγριες και αντιλαμβάνεται την πρόθεση του πατέρα να μην ξαναδεί το παιδί. Ο Πιερ συμπαθεί το μικρό εγκαταλελειμμένο κορίτσι. Παριστάνοντας τον πατέρα της την συναντά κάθε Κυριακή. Στο εξής ζει αδημονώντας να φθάσει η ημέρα συνάντησης τους. Κάνει μαζί της όμορφους περιπάτους και συζητήσεις, όπως ακριβώς θα έκανε ένας πατέρας με το παιδί του ή καλύτερα όπως θα έκαναν δύο άνθρωποι της ίδιας νοητικής και συναισθηματικής ηλικίας: δυο παιδιά. Ανάμεσα στις δύο τραυματισμένες υπάρξεις δεν αργεί να αναπτυχθεί μια αγνή, ιδιαίτερη φιλική σχέση. Σε αυτήν βρίσκουν και οι δύο την τρυφερότητα και την αγάπη που έχουν στερηθεί από τον εχθρικό κόσμο γύρω τους. Επιπλέον ο Πιέρ βλέπει σε αυτήν την δυνατότητα να πάρει πίσω το χαμένο νόημα της ζωής του και να ξεμπλοκαριστεί νοητικά, ψυχολογικά και συναισθηματικά. Αθώοι αυτοί, αλλά όχι τόσο αθώος ο κοινωνικός περίγυρος, μαζί και η Μαντλέν, αναζητούν το σκάνδαλο πίσω από την αγνότητα, ψάχνουν τη σεξουαλική διάσταση εκεί που υπάρχει μόνον ρομαντισμός, δεν κατανοούν τις άδολες σχέσεις τους, παρερμηνεύουν τις επαφές τους προκαλώντας απρόβλεπτα τραγικές συνέπειες.
Ο σκηνοθέτης Serge Bourguignon γύρισε μόνον έξι φιλμ, αλλά έμεινε στην ιστορία αποκλειστικά για αυτήν την ταινία του 1962, που θεωρείται ένα μοναδικό αριστούργημα, έγινε καλτ σε πολλές χώρες -και στην Ελλάδα- και αγαπιέται πολύ ακόμα και σήμερα. «Οι Κυριακές στην Πόλη Αβραί», είναι ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Bernard Eschassériaux, ο οποίος συμμετείχε και στην κινηματογραφική διασκευή. Ο Γερμανός Hardy Kruger αποδίδει συγκλονιστικά το ρόλο του Πιέρ. Η φωτογραφία, αν και ασπρόμαυρη, αποτυπώνει εξαιρετικά τις ιδιαίτερες ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων. Η αναπαράσταση της εποχής είναι αριστοτεχνική και χωρίς να κάνει το φιλμ ρετρό, προκαλεί στους θεατές έντονα αισθήματα νοσταλγίας. Υποδειγματική και διεξοδική είναι η διερεύνηση και απόδοση της μικροαστικής ιδεολογίας που κυριαρχεί στις επαρχιακές πόλεις. Ο συνθέτης Maurice Jarre ντύνει τη δράση με μια εκπληκτική, χαμηλότονη, διακριτική μουσική επένδυση. Έτσι η απλή, σχεδόν κοινότοπη ανθρώπινη ιστορία που πραγματεύεται το φιλμ μετεξελίσσεται σε παντοτινή, πανανθρώπινη και παγκόσμια. Στην εποχή της, εποχή που η γαλλική κινηματογραφική παραγωγή είχε να επιδείξει ταινίες που έμειναν στην ιστορία όπως το «Ζυλ και Ζιμ» του Τρυφώ και το «Ζούσε τη Ζωή της» του Γκοντάρ, αυτή η μελοδραματική και σχεδόν νεορεαλιστική ταινία δεν αντιμετωπίστηκε ευνοϊκά από τους «αριστερούς» κυρίως κριτικούς που την θεώρησαν λιγότερο τολμηρή και καινοτόμο από τις προαναφερθείσες. Αλλά όπως παρατηρεί σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία κοινού και κριτικών, η ταινία, 55 χρόνια από την δημιουργία της, δεν έχασε τη δυναμική της και τη βαθύτατη επικοινωνία της με το κοινό. Αντίθετα όσο περνούν τα χρόνια φαίνεται να αγαπιέται όλο και πιο πολύ κυρίως επειδή, η σκηνοθετική και αφηγηματική προσέγγιση είναι αριστουργηματική. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι από αυτήν έχουν εμπνευστεί ποιητές και λογοτέχνες σε όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους οι δικοί μας, Οδυσσέας Ελύτης και Σπύρος Τζουβέλης, ποίημά του οποίου αναφέρουμε στην αρχή αυτής της παρουσίασης

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο