Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Η Ορθοδοξία ως πολιτισμικό επίτευγμα και τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου.

Η χριστιανική Ορθόδοξη οπτική του Νόμου 4491/2017 για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου
Γράφει ο Κωνσταντίνος Γιώτης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Εκκλησία, ως θεσμός και κύριος πυλώνας δημιουργίας της εθνικής συνειδήσεως και της αυτογνωσίας των κατοίκων του νεοελληνικού κράτους, επιτελεί τη σωτηριολογική αποστολή της, δίχως να συγχέεται με την αντίστοιχη αποστολή της Πολιτείας, καθώς δεν συνδέεται με κανένα οικονομικο-πολιτικό σύστημα. Ο ρόλος της είναι η προάσπιση και η ανάδειξη του υπερβατικού χαρακτήρα του ανθρώπινου προσώπου. Τόσο η Εκκλησία όσο και η Πολιτεία έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες και ρόλους, όπως είναι η υπηρεσία της προσφοράς, υλικής και πνευματικής, στις ανάγκες του ανθρώπου. Το θέμα της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου είναι υπαρκτό και πολύ σοβαρό, καθώς αποτελεί ένα θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων για μια μικρή κοινότητα συνανθρώπων μας, οι οποίοι επιζητούν επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους. Βέβαια, μπορεί η Πολιτεία με τον πρόσφατο Νόμο να θέλει να ρυθμίσει ένα ζήτημα προστασίας ατομικών δικαιωμάτων και να προσαρμόσει τη νομοθεσία μας στις σύγχρονες αντιλήψεις και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, όμως και η Εκκλησία έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση απέναντι στους πιστούς να εκφέρει άποψη για ένα θέμα που αντιβαίνει τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις και αντιλήψεις, καθώς και τα δόγματα και τις αλήθειες της θρησκείας που εκφράζει. Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε από χριστιανική ορθόδοξη οπτική τον Νόμο 4491/2017 για τη νομοθετική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου που ψηφίσθηκε πρόσφατα από τη Βουλή των Ελλήνων.

Κρίσεις και αιτιολογήσεις από Ορθόδοξη Χριστιανική οπτική πάνω στο νόμο 4491/2017 περί νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου

Η ύπαρξη ανθρώπων, στους οποίους το βιωματικό φύλο δεν συμβαδίζει με το κοινωνικά αναγνωρισμένο και το ανατομικά αποδεκτό, δεν είναι ανακάλυψη των τελευταίων ετών. Εφόσον αποδεχόμαστε πως ζούμε σ’ ένα εξελιγμένο δημοκρατικό καθεστώς και όχι σ’ ένα θεοκρατικό, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα αυτών των ανθρώπων να αναπτύξουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους, να κάνουν τις επιλογές τους και να ορίζουν μόνοι τους τη ζωή τους, όπως αυτοί αισθάνονται και αυτοπροσδιορίζονται. Το αυτόβουλο και αυτεξούσιο κάθε ανθρώπου είναι δώρο του Θεού για τη δημιουργία ελεύθερου ανθρώπου με ανεξάρτητη συνείδηση, πολύ πριν ασχοληθεί η κάθε Πολιτεία με αυτό το ζήτημα. Ο πρόσφατα ψηφισθείς νόμος αυτό αντιπροσωπεύει, το δικαίωμα στο κάθε πρόσωπο να αναγνωρίζει την ταυτότητα του φύλου του ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και δίνει το δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικότητας με βάση τις επιλογές του.
Εντός της κοινωνίας υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι βιώνουν το φύλο τους μ’ έναν τρόπο εσωτερικό και πολύ προσωπικό, ανεξάρτητα από το φύλο που φανερώνουν τα βιολογικά και ανατομικά τους χαρακτηριστικά και με τα οποία κατά τη γέννησή τους καταχωρίστηκε στα συγκεκριμένα δημοτολόγια. Ο νόμος αποβλέπει στη δίκαιη, ισότιμη και απολύτως σεβαστή αντιμετώπιση αυτών των ανθρώπων στην αγορά εργασίας, δημόσια ή ιδιωτική, καθώς και στην κοινωνική τους αποδοχή και προσαρμογή στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού και πολιτισμένου ευρωπαϊκού κράτους. Είναι γνωστό πως το Συμβούλιο της Ευρώπης με ψήφισμά του καλεί τα Κράτη Μέλη να αναπτύξουν γρήγορες, διαφανείς και προσβάσιμες διαδικασίες για τη νομική αναγνώριση αλλαγής ταυτότητας φύλου και την καταπολέμηση των διακρίσεων εις βάρος των τρανς ανθρώπων .
Βέβαια οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ζούμε σε μια χώρα, όπου ο λαός της διακρίνεται από βαθύ αίσθημα θρησκευτικής πίστεως και προσήλωσης στα χρηστά ήθη και έθιμα, όπως αυτά τα κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές με σκοπό η δική μας γενιά με πίστη και ελπίδα να τα παραδώσει στα παιδιά της. Είναι λογικό, εφόσον η Εκκλησία εκφράζει πέραν της πνευματικής της διακονίας και έναν λόγο ποιμαντικό μέσα από ένα συγκεκριμένο ηθικό κώδικα αρχών και αξιών, να θέλει να εκφράσει την άποψή της για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα και να επιθυμεί να συμβάλει στην επίλυσή του, καταθέτοντας με φόβο Θεού και πατρική αγάπη τη δική της πρόταση ζωής, θεωρώντας παιδιά της όλους τους ανθρώπους επί της γης.
Η αναγνώριση ότι δεν ζούμε μέσα σε ένα θεοκρατικό κράτος δίνει τη δυνατότητα σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, θρησκευομένους και μη, να έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν άποψη και να έχουν λόγο για όλα τα τεκταινόμενα, που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία τους. Ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να διατηρεί εκτός της εθνικής του συνείδησης και τη θρησκευτική, αφού η χριστιανική του πίστη και συνείδηση εμπνέει και καθοδηγεί ολόκληρη τη ζωή του. Το κράτος και η Εκκλησία αποτελούνται και από θεοσεβούμενους χριστιανούς πολίτες, οι οποίοι εφόσον έχουν το δικαίωμα του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι» διατηρούν και το δικαίωμα να εκφέρουν λόγο για θέματα πολιτικά, που έχουν να κάνουν με ζητήματα ηθικής και δικαιοσύνης. Κάθε προσπάθεια να περιοριστεί το χριστιανικό ποίμνιο μόνο στα θρησκευτικά του καθήκοντα είναι εκ του πονηρού και καταδικασμένη σε αποτυχία.
Παρότι το έργο της Εκκλησίας είναι κυρίως πνευματικό, θα ήταν μεγάλη υποκρισία να μην της αναγνωρίσουμε το τεράστιο φιλανθρωπικό έργο που επιτελεί και τη διάδοση του Λόγου του Θεού για ανιδιοτελή αγάπη και κοινωνική αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων. Το να είναι κανείς μέλος του σώματος της Εκκλησίας σημαίνει ότι υπάρχει μόνο για να αγαπά και να αγαπάται δίχως να έχει την ανάγκη να κατοχυρώσει ατομικά δικαιώματα . Αποτελεί όνειδος το γεγονός πως ορισμένοι πολιτικοί και «προοδευτικοί» άνθρωποι του πνευματικού και καλλιτεχνικού χώρου, δηλώνουν άθεοι, αλλά δεν διστάζουν με άκρατη υποκρισία να παρακολουθούν θρησκευτικές και εκκλησιαστικές εκδηλώσεις - λιτανείες, προκειμένου να προσπορίσουν ψηφοθηρικό ή διαφημιστικό όφελος. Πριν όμως εξετάσουμε αναλυτικά τη θέση της Εκκλησίας για το νόμο περί της νομικής αναγνώρισης ταυτότητας του φύλου μπορούμε συνοπτικά να αναφέρουμε τα βασικά σημεία αυτού του νόμου.
Προβλέπεται, μέσω δικαστικής διαδικασίας, αλλαγή της ληξιαρχικής πράξης με ένα απλό αίτημα του ενδιαφερόμενου ατόμου και μια πιστοποίηση του φύλου του ενώπιον δικαστή. Κάθε άτομο άνω των 17 ετών μπορεί με τη συγκατάθεση των γονέων του να δηλώσει την πρόθεσή του για αλλαγή ταυτότητας φύλου, ενώ εάν είναι άνω των 15 ετών χρειάζεται στην παραπάνω διαδικασία να προστεθεί και μία ιατρική, διεπιστημονική επιτροπή, η οποία θα αποτελείται από έναν παιδοψυχίατρο, έναν ψυχίατρο, έναν ψυχολόγο, έναν ενδοκρινολόγο, έναν παιδοχειρουργό, έναν κοινωνικό λειτουργό και τέλος έναν προεδρεύοντα παιδίατρο, άπαντες με εξειδίκευση στο συγκεκριμένο θέμα . Ακόμη ζητείται από το ενδιαφερόμενο άτομο για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου να είναι άγαμο, ενώ δεν απαιτείται βεβαίωση ότι το πρόσωπο αυτό έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη χειρουργική επέμβαση. Βασικό στοιχείο όλης της διαδικασίας είναι η διακριτικότητα και ο σεβασμός της προσωπικότητας του ενδιαφερόμενου προσώπου. Για το λόγο αυτό, η αυτοπρόσωπη δήλωση γίνεται σε ειδικό γραφείο δίχως δημοσιότητα.
Είναι αλήθεια πως με την ψήφιση αυτού του Νόμου, τα πράγματα για μια μικρή κοινότητα της κοινωνίας μας απλοποιούνται και εξανθρωπίζονται χωρίς όμως να λύνονται όλα τα προβλήματά της. Ασφαλώς η πολιτική κοινότητα και η Εκκλησία δρουν ανεξάρτητα και αυτόνομα η μία από την άλλη, καθώς έχουν διαφορετικούς διακριτούς ρόλους μέσα στην κοινωνία. Προφανώς, για ένα τόσο σημαντικό θέμα, η Εκκλησία ως μητέρα των πιστών χριστιανών και αρωγός σε όλα τα προβλήματά τους, οφείλει να εκφράσει το δικό της θεραπευτικό λόγο. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως κίνηση καλής θέλησης και άπειρης αγάπης προς το δοκιμαζόμενο άνθρωπο, διατύπωσε τις δικές της θέσεις επ’ ωφελεία πνευματική και ψυχική της κοινωνίας. Η ίδια θεωρεί πως το φύλο στον άνθρωπο καθορίζεται τη στιγμή της σύλληψής του μέσα στο σώμα της γυναίκας, αποτελεί ιερή παρακαταθήκη και υπηρετεί το μυστήριο της ζωής και της ψυχοσωματικής υγείας του ανθρώπου. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι επιλέξιμο, ως αυτοπροσδιορισμός κάθε ατόμου, καθώς έτσι καταργείται η έννοια της αντικειμενικής πραγματικότητας. Το φύλο του ανθρώπου ούτε επιλέγεται ελεύθερα ούτε και μεταβάλλεται κατά βούλησιν, αλλά επί τη βάσει ανατομικών, φυσιολογικών και βιολογικών χαρακτηριστικών που ορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου και βεβαιώνονται μέσω ιατρικών γνωματεύσεων . Είναι λογικό πως δεν αρκεί μία απλή δήλωση του πολίτη για αλλαγή φύλου, δίχως επιστημονική τεκμηρίωση, καθώς αργότερα μπορεί η επιθυμία του να μεταβληθεί.
Στο σημείο αυτό μπορούμε να επισημάνουμε δύο προβλήματα που προκύπτουν από τα παραπάνω. Πρώτον, ο κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από την επιθυμία του, δεν έχει το δικαίωμα να καταργεί μία αντικειμενική πραγματικότητα η οποία υφίσταται συνολικά για ολόκληρη την κοινωνία. Δεύτερον, η δυνατότητα που δίνεται να αλλάξει γνώμη και να επανέλθει στην πρότερη κατάσταση που βρισκόταν δημιουργεί ζήτημα για την κρίση του πρώτου δικαστηρίου, καθώς η δεύτερη δικαστική απόφαση, οδηγεί την απόφαση του πρώτου δικαστηρίου στην περίπτωση της δικαστικής πλάνης. Για την Εκκλησία ο Νόμος αυτός ήταν περιττός, καθώς η υφιστάμενη νομοθεσία κάλυπτε πλήρως τις ανάγκες της ομοφυλοφιλικής κοινότητας και προέβλεπε τη λύση των προβλημάτων που συνδέονταν με την άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων αυτών των ανθρώπων.
Αντίθετα το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, έτσι όπως αυτό κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή, προκαλεί το δημόσιο αίσθημα και τορπιλίζει τον ιερό θεσμό της οικογένειας, καταστρατηγώντας την κοινή λογική και καταργώντας την αντικειμενική πραγματικότητα. Θεσμοθετώντας την ισονομία ανάμεσα στο «κατά φύσιν» και το «παρά φύσιν», δημιουργεί ψυχικές διαταραχές, αυξάνει τη σύγχυση αντί να την λιγοστεύει και το θέμα λαμβάνει διαστάσεις επικίνδυνου κοινωνικού φαινομένου. Ιδιαίτερα εάν πρόκειται να επεκταθεί σε ανήλικους μαθητές σχολείων, δημιουργεί επώδυνη και επικίνδυνη κατάσταση, τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην οικογένεια. Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ύπαρξη λογική, η νόηση είναι φυσικό ιδίωμα κάθε ανθρώπου και μπορούμε να αντλήσουμε κανονιστικές αρχές Ηθικής από τον λογικό καθορισμό της κοινής ωφελιμότητας και χρησιμότητας .
Η Εκκλησία δεν διστάζει να πάρει επώδυνες αποφάσεις και να προβεί σε εξαιρετικά δύσκολες ενέργειες, προκειμένου να συμβάλει στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Συνεχώς εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για τον ταλαιπωρημένο και αδικημένο άνθρωπο, συγκρουόμενη συχνά με ισχυρά συμφέροντα, ώστε να αποτρέψει τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής και την πνευματική νέκρωση του ανθρώπου. Κάνει μια ύστατη έκκληση στο σύνολο του πολιτικού κόσμου να αρθεί στο ύψος της ευθύνης και αποστολής του πέρα από πολιτικά ιδεολογήματα και οικονομικά συμφέροντα . Υπάρχουν τόσα πολλά προβλήματα που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο, που αποτελεί πολυτέλεια εμείς να δημιουργούμε νέα και να τοποθετούμε τις διάφορες κοινωνικές ομάδες τη μία απέναντι στην άλλη. Η Εκκλησία περιβάλλει με πατρική στοργή και αγάπη όλους τους ανθρώπους αδιακρίτως, προσβλέπει στην πνευματική τους εξύψωση και στην ψυχική σωτηρία τους. Γι’ αυτόν το λόγο οφείλει να πάρει θέση και να καταδικάσει πράξεις και συμπεριφορές που είναι αποτέλεσμα ψυχικών διαταράξεων και άστοχων επιλογών.
Ανεξάρτητα όμως από τη θέση της Εκκλησίας, μπορούμε να προβούμε σε κάποιες ειδικές παρατηρήσεις του Νόμου 4491/2017 για τη νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου:
α) Στο άρθρο 1 του Νόμου επισημαίνεται η αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ως στοιχείου της προσωπικότητας του προσώπου και ζητείται σεβασμός με βάση τα χαρακτηριστικά του φύλου του. Στο άρθρο 2 ορίζεται η ταυτότητα φύλου με τρόπο ακραιφνώς υποκειμενικό, όπως το άτομο «βιώνει» και «νιώθει» το φύλο του, ανεξάρτητα από τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Εδώ προκαλείται σύγχυση από το άρθρο 2 σε σχέση με το άρθρο 1, καθώς από τη μία δίνεται το δικαίωμα στην αναγνώριση της ταυτότητας φύλου κατά την επιθυμία του προσώπου, ενώ το άρθρο 1 λαμβάνει ως προϋπόθεση αναγνώρισης φύλου τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου, εφόσον φύλο δίχως αναφορά σε βιολογικά και ανατομικά γνωρίσματα δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί.
β) Το άρθρο 3 προβλέπει το άτομο να είναι ενήλικο, άγαμο και να υφίσταται ασυμφωνία αίσθησης ταυτότητας και καταχωρημένου φύλου στο ληξιαρχείο. Δηλαδή η προσωπική αίσθηση της ταυτότητας του φύλου βρίσκεται σε διάσταση με την εξωτερική εικόνα του σώματος του ενδιαφερόμενου προσώπου, δίχως να απαιτείται κάποια ιατρική εξέταση, π.χ. ψυχιατρική, ούτε κάποια χρονική περίοδος για την παγιοποίηση αυτής της αίσθησης ασυμφωνίας με τα βιολογικά χαρακτηριστικά του σώματος. Ως προς τον όρο της αγαμίας είναι λογικός και σωστός, καθώς σε κάθε άλλη περίπτωση θα επρόκειτο για γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου, ενώ θα θεωρείτο ανυπόστατος ο γάμος μετά τη μεταβολή. Όμως, επισημαίνεται η έλλειψη ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τη μεταβολή ενήλικα, δηλαδή από το ένα άκρο που ίσχυε προηγουμένως να απαιτείται οπωσδήποτε χειρουργική επέμβαση, φθάνουμε στο άλλο άκρο να μην απαιτείται απολύτως τίποτε.
γ) Στο άρθρο 4 εμπεριέχεται ο όρος ότι η μεταβολή ή η διόρθωση ταυτότητας φύλου θα γίνεται με τη συνδρομή της δικαιοσύνης, με απόφαση δικαστηρίου κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Παρόλο που είναι θετική η δικαστική αρωγή, εντούτοις υπάρχουν κενά, καθώς ο δικαστής περιορίζεται να δεχθεί τη δήλωση του ενδιαφερόμενου ατόμου, χωρίς να μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία της συζήτησης, δηλαδή εάν η αλλαγή φύλου είναι δικαιολογημένη και αναγκαία για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του συγκεκριμένου ανθρώπου. Με αυτήν την απόφαση του δικαστή, μεταβάλλεται η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, δίχως να φαίνεται η δικαστική απόφαση και υποχρεώνονται όλες οι δημόσιες υπηρεσίες να δεχθούν τη νέα ληξιαρχική πράξη γεννήσεως. Δημιουργείται έτσι κίνδυνος για το εάν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και πλήττεται η ασφάλεια δικαίου, αφού ελέγχεται η βεβαιότητα της ταυτοπροσωπίας.
δ) Κατά το άρθρο 5, η μεταβολή ταυτότητας του φύλου υπερισχύει έναντι όλων των άλλων πράξεων που είχαν προηγηθεί και καταχωρηθεί στο αρμόδιο ληξιαρχείο. Εδώ γεννιούνται σοβαρά ερωτήματα για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει το ίδιο άτομο, πριν και μετά τη μεταβολή του φύλου. Για παράδειγμα, ένας άνδρας που μεταβάλλει την ταυτότητα του φύλου του σε γυναίκα, έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει σε αθλητικούς αγώνες, π.χ. ολυμπιακούς, με τη νέα του ιδιότητα στα αθλήματα των γυναικών; Ομοίως μια γυναίκα που αλλάζει την ταυτότητα του φύλου της σε άνδρα, υποχρεούται να υπηρετήσει την πατρίδα ασκώντας τις στρατιωτικές της υποχρεώσεις, όπως οφείλουν να πράξουν όλοι οι άνδρες; Εάν όχι, τότε δημιουργείται ταυτότητα φύλου δύο όψεων, μία που περιλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το φύλο που ανήκει το άτομο και μία όψη «λειψή», που περιλαμβάνει επιλεκτικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του φύλου στο οποίο ανήκει το πρόσωπο αυτό.
ε) Τέλος στο άρθρο 5 παρ. 2 ορίζεται πως η ύπαρξη τέκνων του ενδιαφερόμενου προσώπου για αλλαγή φύλου, δεν επηρεάζει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του από τη γονική μέριμνα και συνεπώς, δεν αλλάζει τίποτα στη ληξιαρχική πράξη γέννησης των τέκνων του, αφού ο ίδιος θα συνεχίσει να αναφέρεται ως πατέρας ή μητέρα σε σχέση με τα τέκνα του. Όμως αυτή η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως των τέκνων του, όπου και θα χρησιμοποιείται από αυτά, θα είναι διαφορετική από τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως τη δική του, αφού θα έχει αλλάξει μετά τη μεταβολή ταυτότητας του φύλου του. Εύκολα μπορούμε να φαντασθούμε τη σύγχυση και τα αδιέξοδα που θα προκληθούν με άμεση επίδραση κυρίως στην ψυχική υγεία των ανήλικων παιδιών, τα οποία θα επωμισθούν το βαρύ φορτίο της γονικής αλλοίωσης της προσωπικότητας και της αντιμετώπισης της σχολικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Τα τέκνα προσώπων που επέλεξαν την αλλαγή ταυτότητας φύλου θα υποστούν ισχυρό σοκ, καθώς θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τη μεταβολή του γονεϊκού προτύπου τους σε μια ηλικία ευαίσθητη, αφού τότε σχηματίζεται και μορφοποιείται η πνευματική και ψυχική τους ισορροπία και ανάπτυξη.
Οι επιπτώσεις και τα προβλήματα που δημιουργούνται από την εφαρμογή του συγκεκριμένου Νόμου 4491/2017 απασχόλησαν και άλλους φορείς πιο ειδικούς για το θέμα. Η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ) εξέφρασε από την πρώτη στιγμή τις ανησυχίες και τις αντιρρήσεις της για το ζήτημα αυτό. Για παράδειγμα, εξέφρασε τον προβληματισμό της για τη δυνατότητα που παρέχεται σε όλα ανεξαιρέτως τα άτομα, ακόμα και σε αυτά που βρίσκονται υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και τα οποία πάσχουν από μείζονα ενεργό ψυχοπαθολογία ή από οποιοδήποτε άλλο ψυχικό νόσημα, να υποβάλλουν αίτηση αλλαγής φύλου χωρίς προηγούμενη ψυχιατρική εκτίμηση της καταστάσεώς τους. Έχει επιλεγεί από το νομοθέτη η παράκαμψη της ιατρικής εκτίμησης του αιτήματος και του ιατρικού πιστοποιητικού . Κατά την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, παρόλο που διεθνώς έχει γίνει αποδεκτό ότι η «βίωση» της ταυτότητας φύλου ενός ατόμου κατά τρόπο προσωπικό δεν αποτελεί παθολογική κατάσταση για την οποία απαιτείται ψυχιατρική εξέταση, εντούτοις υπάρχουν περιπτώσεις όπου συνυπάρχει ενεργή ψυχοπαθολογία, όπως είναι η διπολική διαταραχή ή ακόμα και η ενεργή σχιζοφρένεια και όπου κατά τον παραπάνω Νόμο δεν χρειάζεται ιατρική γνωμάτευση ή άλλη ψυχιατρική εκτίμηση. Οι Έλληνες ψυχίατροι θεωρούν σκάνδαλο το γεγονός ότι την ευθύνη της ψυχιατρικής εκτίμησης την επωμίζεται ένας νομικός, ο δικαστής, και ερωτούν να μάθουν εάν προβλέπεται ειδική εκπαίδευση σε ψυχοπαθολογικά ιατρικά ζητήματα του δικαστικού σώματος. Το θέμα αντιμετωπίζεται από την Πολιτεία ως ένα ζήτημα περισσότερο κοινωνικό, που άπτεται των ανθρώπινων και ατομικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και γι’ αυτό συνειδητά υποτιμάται ο ρόλος της αρμόδιας επιστήμης.
Επίσης, θέση για το συγκεκριμένο Νόμο πήρε και η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος (ΠΕΕ), η οποία εξέφρασε ανοικτά και αυτή την αντίθεσή της με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Θεωρεί ότι η ηλικία αυτή χαρακτηρίζεται από ρευστότητα της διαμορφούμενης ταυτότητας φύλου και η εμπλοκή των εν λόγω νέων στη διαδικασία θα επιβαρύνει παρά θα βελτιώσει την ψυχική τους κατάσταση . Αφού οι Έλληνες παιδοψυχίατροι ως κατεξοχήν ειδικοί επιστήμονες για το θέμα της αλλαγής ταυτότητας φύλου σε ιδιαίτερα μικρές και ευαίσθητες ηλικίες εγκαλούν την Πολιτεία ότι δεν προσκλήθηκαν να καταθέσουν τις απόψεις τους στη σχετική διαβούλευση που έγινε, τονίζουν ότι τα πρόσωπα που εμφανίζουν «δυσαρμονία φύλου» έχουν μεγαλύτερη ψυχοπαθολογία σε σχέση με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο και εμφανίζουν συχνά κατάθλιψη, μελαγχολία και τάσεις αυτοκτονίας, τάσεις που δεν υποχωρούν με ιατρικές διαδικασίες αλλαγής φύλου και δυσφορία που παραμένει, παρά τυχόν επιτυχείς κοινωνικές μεταβάσεις; .
Γι’ αυτούς είναι αναγκαία η συμμετοχή ενός ειδικού ψυχικής υγείας με ειδική εκπαίδευση, ώστε να εκτιμηθούν και αξιολογηθούν σωστά διάφορες κοινωνικές καταστάσεις στη ζωή του προσώπου, όπως είναι η οικογένεια, το φιλικό περιβάλλον, οι επαγγελματικές συναναστροφές, η θέση του ατόμου μέσα στην κοινωνία και ο βαθμός ένταξής του σε αυτήν. Ιδιαίτερα τονίζεται η σημασία των Διαταραχών του Φάσματος του Αυτισμού σε άτομα με ζητήματα ταυτότητας φύλου, στα οποία υπάρχουν καθυστερήσεις, διαφοροποιήσεις και παρεμβολές συμπτωμάτων στη διαμόρφωση της προσωπικής τους ταυτότητας .
Θέση όμως στο θέμα της αλλαγής ταυτότητας φύλου πήρε και η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος (ΟΓΕ), όπου μέσα από το πρίσμα του φεμινιστικού κινήματος για την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών μέσα στην κοινωνία, καθώς και τη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων μεταξύ των δύο φύλων, θεώρησε σκόπιμο και επιβεβλημένο να καταθέσει τη δική της πρόταση σχετικά με το συζητούμενο νομοσχέδιο αλλαγής φύλου. Αφού επικρίνει τις ερασιτεχνικές κινήσεις της Πολιτείας και την έλλειψη ανάληψης ευθύνης και σοβαρότητας σε ένα τόσο σοβαρό θέμα, ανέπτυξε την άποψη πως εκτός από βιολογικούς λόγους, υπάρχουν και κοινωνικοί λόγοι που ωθούν το άτομο αυτό στην όποια ατομική επιλογή του. Για παράδειγμα ο κοινωνικός αποκλεισμός σε συνεργασία με την ενδοσχολική άσκηση ψυχολογικής βίας λόγω κάποιας ιδιαιτερότητας του προσώπου, οδηγούν σε ψυχικές παθήσεις και σε σεξουαλικές διαταραχές και αστοχίες. Η ΟΓΕ σημειώνει πως για να είναι αποτέλεσμα ώριμης σκέψης και ουσιαστική η ατομική επιλογή στην αλλαγή της ταυτότητας φύλου, χρειάζεται να βασίζεται στη γνώση μιας σειράς παραγόντων και συνεπειών από αυτήν την επιλογή .
Για την ΟΓΕ κρίνεται απαραίτητη η συνδρομή επιστημονικής και κοινωνικής στήριξης του ατόμου, καθώς θεωρεί πως δεν επαρκεί η προσωπική του εμπειρία. Χωρίς την ανάπτυξη και λειτουργία κοινωνικών υποδομών, με σκοπό την πλήρη υποστήριξη, ψυχοσωματική και κοινωνική του ανθρώπου από τη μικρή ηλικία από ειδικούς επιστήμονες, όπως είναι οι παιδοψυχίατροι, οι ψυχολόγοι και οι κοινωνικοί λειτουργοί, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα αφού στερείται από κάθε νέο άνθρωπο η κρατική υποστήριξη για την πολύπλευρη ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Είναι σαφές πως η αντιμετώπιση του ζητήματος προσώπων που επιθυμούν αλλαγή φύλου μπορεί να γίνει μόνο με τη σύμπραξη ειδικών επιστημόνων, καλά εκπαιδευμένων και με ειδικές γνώσεις, στα πλαίσια πάντα της προσφοράς αγάπης, κατανοήσεως και κοινωνικής αλληλεγγύης προς τα άτομα που βιώνουν αυτήν τη «δυσφορία» μεταξύ βιολογικού και βιωματικού φύλου.

Σύνοψη

Ο Νόμος 4491/2017 αποτελεί μία έμπρακτη προσπάθεια της Πολιτείας να επιλύσει ένα δύσκολο από πολλές πλευρές πρόβλημα που βιώνει μια μειοψηφική κοινότητα της κοινωνίας μας και να διευκολύνει τη ζωή των μελών αυτής της κοινότητας. Οι άνθρωποι που βιώνουν μία «δυσφορία» μεταξύ του βιωματικού και βιολογικού τους φύλου χρειάζονται την επιστημονική βοήθεια των ειδικών επιστημόνων και την κοινωνική αγάπη και αλληλεγγύη όλων μας. Με πατρική στοργή και φροντίδα προσεγγίζει η Εκκλησία μας το δύσκολο αυτό θέμα, τονίζοντας πως φυσική ζωή δεν σημαίνει σχέσεις αρμονίας και επικοινωνίας μόνο με τον Θεό, αλλά και αρμονικές σχέσεις και επαφές με όλους τους συνανθρώπους μας. Οι άνθρωποι, πλασμένοι από τον Θεό ως ισότιμοι, προορίζονται να βιώσουν τη ζωή τους σαν σύντροφοι και συνεργάτες. Ο Δημιουργός Θεός έπλασε τον άνθρωπο ως «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού» με σκοπό να τον καταστήσει κοινωνό της θέωσης και της ένωσης μαζί Του.
Συνεπώς, το σώμα αποτελεί για την Εκκλησία μας Αγία Τράπεζα, οικία της ψυχής και αρωγό στην προσπάθεια του ανθρώπου για θέωση και επανένωσή του με τον Δημιουργό του. Διάφορες ψυχικές παθήσεις, συναισθηματικές διαταραχές και σεξουαλικές αστοχίες οφείλουν να αντιμετωπισθούν στο πλαίσιο της αλληλοκατανοήσεως, της χριστιανικής αγάπης και της επιστημονικής συνδρομής. Νομίζω ότι το πνεύμα αγάπης και σεβασμού του κάθε προσώπου ως εικόνα Χριστού, αλλά και μετανοίας αποτελούν θεμέλια της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας στο δρόμο της προς τα Έσχατα και τη μέλλουσα Βασιλεία του Θεού .


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ - ΚΥΠΡΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ, στο http:study.eap.gr, (11-3-2018), ΑΘΗΝΑ 2018.
2. ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΧΡ., στο Εμμ. Κλάψης, Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο, εκδ. Καστανιώτη, ΑΘΗΝΑ 2006.
3. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εφημ. Ελεύθερος Τύπος, http:www.eleftherostypos.-gr, ΑΘΗΝΑ 2017.
4. ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Οργή της Εκκλησίας για την αλλαγή φύλου, στο http:newsbomb.gr, ΑΘΗΝΑ 2018.
5. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ LGBTQ ΝΕΩΝ ΑΘΗΝΑΣ, http:www.colouryouth.gr, ΑΘΗΝΑ 2018.
6. ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ, Νόμος 4491/2017 στο LAWSPOT, http:linkedin.com, ΑΘΗΝΑ 2018.
7. ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ, Η θέση της ΟΓΕ για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, http:irafina.gr ΑΘΗΝΑ 2018.
8. ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ, εφημ. Ελεύθερος Τύπος, http:-eleftherostypos.gr, ΑΘΗΝΑ 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια: